Υπάρχουν ήχοι που δεν χάνονται ποτέ. Απλώς περιμένουν τη στιγμή που κάποιος θα τους ξαναδώσει ζωή. Για πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια, η αρχαία ελληνική λύρα παρέμενε κυρίως ένα σύμβολο του πολιτισμού που γέννησε τον Όμηρο, τη φιλοσοφία και το θέατρο. Σήμερα, όμως, ο διακριτικός ήχος της ταξιδεύει ξανά στον κόσμο… Και όχι ως μουσειακό έκθεμα, αλλά ως ζωντανό μουσικό όργανο. Μάλιστα φτάνει μέχρι τη μεγάλη οθόνη, μέσα από τη νέα κινηματογραφική μεταφορά της «Οδύσσειας» από τον Κρίστοφερ Νόλαν. Βλέπεις όλη η μουσική επένδυση και το soundtrack της ταινίας βασίζεται σε δυο από τα πιο εμβληματικά όργανα της ελληνικής αρχαιότητας, τη λύρα και τον αυλό. Πίσω από αυτή τη μοναδική διαδρομή βρίσκεται η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ελληνίδα που “συμμετέχει” με τον δικό της τρόπο στην ταινία. Μιλάμε για τη Ρόζα Φραγκοράπτη. Η μουσικολόγος, ερευνήτρια και λυρίστρια από τη Θεσσαλονίκη, αφιέρωσε χρόνια στη μελέτη και την αναβίωση της αρχαίας ελληνικής μουσικής.
Και τώρα, η δουλειά της επιβραβεύεται… Η συνεργασία της με τον βραβευμένο με Όσκαρ Σουηδό συνθέτη Λούντβιχ Γιόρανσον δεν ήταν απλώς μια επαγγελματική πρόκληση. Ήταν η επιβεβαίωση ότι ένας ήχος που γεννήθηκε στην αρχαιότητα μπορεί ακόμη να συγκινεί, να αφηγείται ιστορίες και να βρίσκει τη θέση του στη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία.
Εμείς είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε μαζί της και να μας “ταξιδέψει” με τη λύρα της στα της συνεργασίας της για μία από τις μεγαλύτερες κινηματογραφικές παραγωγές των τελευταίων ετών. Μας μετέφερε την πολυετή έρευνα της για την αρχαία λύρα, και την πεποίθησή της ότι η ελληνική μουσική παράδοση δεν ανήκει στο παρελθόν… Εξακολουθεί, λέει, να συνομιλεί δημιουργικά με το παρόν και το μέλλον.
Η “συνάντησή” μας ήταν διαδικτυακή, όμως, η σύγχρονη τεχνολογία όλα τα επιτρέπει! Κυριακή βράδυ λοιπόν, αφού καταφέραμε και βρήκαμε θέσεις και παρακολουθήσαμε την πολυσυζητημένη ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν, η οθόνη του υπολογιστή μου μεταμορφώνεται στον τόπο συνάντησή μας με τη Ρόζα Φραγκοράπτη. Και σαφώς, η πρώτη ερώτησή μου ήταν to the point…
Πέρα από όσα έχουν γραφτεί για την μεταφορά του έπους του Ομήρου στη μεγάλη οθόνη, όπως διαπίστωσα, η μουσική επένδυση της κινηματογραφικής «Οδύσσειας» ήταν καθηλωτική. Αλήθεια, πώς προέκυψε η συνεργασία σου με την παραγωγή; Το χειμώνα που μας πέρασε, έγινε η πρώτη επαφή με την παραγωγή… Ήρθε στον υπολογιστή μου ένα απλό e-mail… Και βέβαια, χωρίς να μου αποκαλύπτεται από την αρχή το project.
Θυμάσαι την πρώτη στιγμή που ενημερώθηκες ότι αναζητούσαν τον ήχο της αρχαίας λύρας για την ταινία; Δεν γνώριζα τίποτα. Μόνον τον Φεβρουάριο (του 2026), όταν βρέθηκα στο στούντιο, κατάλαβα ότι πρόκειται για την Οδύσσεια του Nolan.
Και πως αντέδρασες όταν έμαθες ότι πίσω από το πρότζεκτ βρισκόταν ο Κρίστοφερ Νόλαν; Ήταν μια πολύ μεγάλη έκπληξη, αλλά και μια ιδιαίτερη τιμή.
Πόσο σημαντικό είναι για έναν καλλιτέχνη να βλέπει ένα τόσο ιδιαίτερο όργανο να αποκτά θέση σε μια από τις πιο πολυαναμενόμενες κινηματογραφικές παραγωγές παγκοσμίως; Είναι σημαντικό γιατί δίνει στη λύρα διεθνή προβολή και ανοίγει τη συζήτηση για τον ρόλο της σήμερα. Παράλληλα, είναι και μια επιβεβαίωση ότι η έως τώρα πορεία και έρευνα πάνω στο αντικείμενο έχουν ανταπόκριση.
Πώς γνωρίστηκες με τον Ludwig Göransson (Λούντβιχ Γιόρανσον) και ποια ήταν η πρώτη σας επαφή; Η πρώτη μας γνωριμία έγινε μέσα στο στούντιο, κι έτσι ξεκίνησε η συνεργασία μας.
Και τι ήταν αυτό που τον ενδιέφερε περισσότερο στον ήχο της αρχαίας ελληνικής λύρας; Η αλήθεια είναι ότι ο Ludwig Göransson είναι τόσο μπροστά στο χώρο της μουσικής… Γι’ αυτό και τον ενδιέφερε η προσέγγιση να είναι όσο το δυνατόν πιο κοντά στην αυθεντική εκτέλεση, και να δημιουργηθεί το ηχόχρωμα που είχε φανταστεί για κάθε σκηνή.
Πώς εξελίχθηκε η διαδικασία ηχογράφησης και δημιουργίας της μουσικής για την ταινία; Η διαδικασία ξεκίνησε με μια πρώτη συζήτηση για το ύφος και τις ανάγκες της ταινίας, και στη συνέχεια ακολούθησαν δοκιμές και ηχογραφήσεις με στόχο να βρεθεί ο πιο κατάλληλος ήχος για το υλικό. Στο τέλος, η μουσική διαμορφώθηκε μέσα από στενή συνεργασία, ώστε να υπηρετεί την ταινία με ακρίβεια και συνέπεια.
Σου ζήτησε να παραμείνεις αυστηρά πιστή στις ιστορικές αναφορές ή σου έδωσε καλλιτεχνική ελευθερία; Προσπαθώ πάντα να μένω όσο γίνεται πιστή στις ιστορικές αναφορές, γιατί αυτή είναι η κατεύθυνση που έχω επιλέξει. Παρότι υπήρχε ελευθερία έκφρασης από τον συνθέτη, η δική μου προσέγγιση ήταν να ακολουθήσω την ιστορική εκτέλεση, με σεβασμό στο υλικό και στις πηγές.
Ποια στοιχεία της προσωπικότητάς του σε εντυπωσίασαν περισσότερο ως δημιουργό και συνεργάτη; Κυρίως η σαφήνεια στη σκέψη του, η προσοχή του στη λεπτομέρεια, η ανοιχτότητά του στη συνεργασία και, επιπλέον, ο βαθύς σεβασμός του προς τα όργανα και τις μουσικές παραδόσεις.
Υπήρξε κάποια στιγμή στο στούντιο που σε έκανε να συνειδητοποιήσεις το μέγεθος αυτού του εγχειρήματος; Η ποιότητα της συνεργασίας μού έδινε από την αρχή την αίσθηση ότι πρόκειται για ένα πραγματικά σημαντικό εγχείρημα.
Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να ενσωματωθεί ένας αρχαίος ήχος σε μια σύγχρονη κινηματογραφική παρτιτούρα; Δεν είναι καθόλου απλό να ενσωματώσεις έναν αρχαίο ήχο σε μια σύγχρονη κινηματογραφική παρτιτούρα. Θέλει έρευνα, ακρίβεια και κυρίως ισορροπία… Γιατί έτσι το αποτέλεσμα παραμένει ιστορικά πειστικό αλλά και δραματουργικά ζωντανό μέσα στην ταινία.
Είχες την ευκαιρία να γνωρίσεις ή να συνομιλήσεις με τον Κρίστοφερ Νόλαν; Ναι, τον συνάντησα μόνο στην πρεμιέρα, όταν παρακολουθήσαμε την ταινία παρέα με τον Callum Armstrong. Η συνάντησή μας ήταν σύντομη και παρόλα αυτά ήταν μια πολύ ευγενική γνωριμία.
Ποια ήταν η δική του προσέγγιση απέναντι στην ιστορική αυθεντικότητα της «Οδύσσειας»; Δεν μπορώ να απαντήσω, αφού δεν έχουμε συζητήσει αναλυτικά. Έχει όμως δώσει πολλές συνεντεύξεις, μέσα από τις οποίες γίνεται σαφής η γενικότερη προσέγγισή του.
Τι σου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση από τον τρόπο με τον οποίο εργάζεται μια παραγωγή τέτοιου μεγέθους; Με εντυπωσίασε ο τρόπος που μια τόσο μεγάλη παραγωγή καταφέρνει να διατηρεί ακρίβεια, ένταση και συνοχή σε κάθε της στάδιο. Παρότι η κλίμακα είναι πολύ μεγάλη, υπάρχει μια αίσθηση απόλυτου ελέγχου και προσοχής στη λεπτομέρεια.
Πώς βίωσες το γεγονός ότι η μουσική ενός αρχαιοελληνικού οργάνου συμμετέχει σε ένα έργο που θα προβληθεί σε εκατομμύρια θεατές σε όλο τον κόσμο; Ένιωσα ιδιαίτερη συγκίνηση, αλλά και μια αίσθηση ευθύνης. Είναι σπάνιο και πολύτιμο να βλέπεις τη μουσική ενός αρχαιοελληνικού οργάνου να εντάσσεται σε μια κινηματογραφική ταινία με τόσο μεγάλη διεθνή απήχηση, δίνοντάς της την ευκαιρία να ακουστεί ξανά, σε παγκόσμιο επίπεδο.
Θεωρείς ότι η παρουσία της λύρας στην ταινία μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στον αρχαίο και τον σύγχρονο κόσμο; Ναι, η λύρα μπορεί να λειτουργήσει σαν ένας ζωντανός σύνδεσμος όχι μόνο συμβολικά αλλά και ηχητικά. Στην περίπτωση της Οδύσσειας, το γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκε το όργανο που συνδέεται τόσο άμεσα με την επική αφήγηση δίνει στο αποτέλεσμα μια ιδιαίτερη βαρύτητα. Δεν είναι απλώς μια αναφορά στο παρελθόν· η ταινία δεν αναπαριστά απλώς ένα αρχαίο όργανο, αλλά το εντάσσει σε ένα νέο, σύγχρονο πλαίσιο με βαθύ συμβολισμό.
Και πως αντιλαμβανόμαστε εμείς ως κοινό τη μουσική της λύρας σου μέσα από την καθηλωτική μουσική επένδυση της ταινίας; Ο ήχος της λύρας μου είναι εύκολα αντιληπτός στο κοινό. Πιστεύω ότι θα το καταλάβετε από την αρχή γιατί στο soundtrack δεν υπάρχουν ορχήστρες, δεν υπάρχουν διθυραμβικές συνθέσεις. Είναι όλο βασισμένο στο μίνιμαλ ηχόχρωμα της λύρας, που είναι μεγάλος συμβολισμός για το ομηρικό έπος, και του αυλού. Όταν ακούτε έγχορδα, θα είμαι εγώ με τη λύρα, ενώ όταν ακούτε πνευστά, θα είναι ο Callum Armstrong με τον αυλό του.
Στο μεταξύ, παρακολούθησες ήδη την ταινία. Πώς την σχολιάζεις; Και πως κρίνεις τα κάποια αρνητικά σχόλια που προβλήθηκαν; Την είδα ως μια παραγωγή πολύ υψηλού επιπέδου, με μεγάλη φροντίδα στη λεπτομέρεια και έντονη κινηματογραφική ταυτότητα. Όσο για τα αρνητικά σχόλια, μου φαίνονται σε ένα βαθμό αναμενόμενα, παρότι δεν συμφωνώ, γιατί η ταινία αγγίζει ένα πολύ σημαντικό κείμενο. Προσωπικά, προσπαθώ να μένω στο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα και στη μουσική διάσταση της δουλειάς, όχι στον θόρυβο που συχνά δημιουργείται γύρω της.
Πότε ήρθε για πρώτη φορά στη ζωή σου η αρχαία ελληνική λύρα και τι ήταν αυτό που σε γοήτευσε στο συγκεκριμένο όργανο; Η αρχαιοελληνική λύρα ήρθε στη ζωή μου πριν από περισσότερα δέκα χρόνια, σε μια περίοδο που είχα ήδη αρχίσει να ενδιαφέρομαι βαθύτερα για την αρχαία ελληνική μουσική. Αυτό που με γοήτευσε από την αρχή ήταν η απλότητα και η καθαρότητα του ήχου της. Δεν είναι ένα όργανο που “φωνάζει”, αλλά κάτι πιο διακριτικό, πιο βαθύ… Σαν να αφηγείται παρά να εντυπωσιάζει. Με κέρδισε επίσης η ιδέα ότι παίζεις με ένα όργανο που έχει χιλιετή ιστορία, και που ωστόσο μπορεί να ακουστεί απόλυτα σύγχρονο.
Η μουσική σου πορεία ξεκίνησε από τη λύρα ή προηγήθηκαν άλλες μουσικές σπουδές και αναζητήσεις; Η επαφή μου με τη μουσική ξεκίνησε από τα παιδικά μου χρόνια με το πιάνο. Συνεχίστηκε μέσα από σπουδές στο μουσικό σχολείο Θεσσαλονίκης, ωδεία και στο πανεπιστήμιο στην Ιταλία, όπου σπούδασα μουσικολογία. Η ενασχόλησή μου με την αρχαία ελληνική μουσική ήταν και ακαδημαϊκή επιλογή, καθώς εντάχθηκε στο ευρύτερο πλαίσιο των σπουδών και των ερευνητικών μου αναζητήσεων. Με ενδιέφερε όχι μόνο ως μουσικό αντικείμενο, αλλά και ως πεδίο μελέτης, γιατί μου άνοιξε έναν ολόκληρο κόσμο γύρω από την ιστορία, τον ήχο και την ερμηνεία της αρχαίας παράδοσης.
Πόσο δύσκολο ήταν να επιλέξεις ένα όργανο που για πολλούς θεωρείται περισσότερο ιστορικό παρά ζωντανό μουσικό μέσο έκφρασης; Η επιλογή της λύρας δεν είχε να κάνει με κάτι εύκολο ή αυτονόητο, αλλά με το να μπω σε έναν κόσμο που για πολλούς μοιάζει περισσότερο ιστορικός παρά ζωντανός. Ακριβώς αυτό ήταν και το πιο γοητευτικό σημείο: Το ότι έπρεπε να προσεγγίσω ένα όργανο με ένα τεράστιο κενό γύρω του, να στηριχτώ σε κείμενα, αγγειογραφίες, κατασκευαστικές δοκιμές και συνεργασίες με ειδικούς, και να προσπαθήσω να καταλάβω όχι μόνο πώς έμοιαζε, αλλά πώς πραγματικά λειτουργούσε. Με ενδιέφερε πολύ αυτή η διαδικασία της ανασύνθεσης, γιατί δεν πρόκειται για ένα μουσειακό αντικείμενο, αλλά για ένα όργανο που μπορεί να ξαναβρεί τη φωνή του σήμερα.
Υπήρξε κάποια στιγμή που κατάλαβες ότι η αποστολή σου θα ήταν να επαναφέρεις τον ήχο της αρχαίας λύρας στο σήμερα; Πιο πολύ ως επιστημονική διαδικασία και λιγότερο ως προσωπική “αποστολή” θα έλεγα. Ήταν περισσότερο μια σταδιακή συνειδητοποίηση μέσα από τη μελέτη και την πράξη, ότι αυτό που επιχειρούμε είναι να προσεγγίσουμε όσο γίνεται τεκμηριωμένα τον ήχο της αρχαίας λύρας, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία και μέσα από διεπιστημονική μελέτη.
Πώς αντιδρούσε το κοινό στα πρώτα σου βήματα όταν άκουγε ένα όργανο που συνδέεται τόσο έντονα με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό; Στην αρχή με επιφυλακτικότητα, κυρίως επειδή το όργανο είναι λιγότερο γνωστό. Όμως η ζωντανή ακρόαση συνήθως μετατρέπει την απορία σε ενδιαφέρον, γιατί αποκαλύπτεται ο καθαρά μουσικός χαρακτήρας του.
Ποιοι άνθρωποι ή γεγονότα καθόρισαν περισσότερο την καλλιτεχνική σου πορεία; Η πορεία μου διαμορφώθηκε από διάφορους ανθρώπους και σταθμούς, κυρίως όμως από όσους με ενθάρρυναν να βλέπω τη μουσική όχι μόνο ως εκτέλεση, αλλά και ως έρευνα και αναζήτηση. Καθοριστικό ρόλο είχαν οι σπουδές μου, οι δάσκαλοι που συνάντησα σε διαφορετικές φάσεις, η οικογένειά μου που στήριξε από νωρίς αυτή την πορεία, αλλά και η επαφή μου με την αρχαία ελληνική μουσική, που άνοιξε έναν νέο τρόπο σκέψης γύρω από το όργανο, τον ήχο και την παράδοση. Και φυσικά, αυτή η πορεία δεν τελειώνει ποτέ.
Τι γνωρίζουμε σήμερα για τον πραγματικό ήχο της αρχαίας ελληνικής λύρας και πόσο κοντά μπορούμε να φτάσουμε σε αυτόν; Σήμερα δεν μπορούμε να μιλήσουμε για απόλυτη πιστότητα. Ωστόσο, μέσα από την πρακτική, τη μελέτη των πηγών και τη διεπιστημονική προσέγγιση μπορούμε να διαμορφώσουμε πολύ τεκμηριωμένες υποθέσεις για τον ήχο της αρχαίας ελληνικής λύρας.
Πώς συνδυάζεις την ιστορική έρευνα με τη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία; Προσπαθώ να αντιμετωπίζω την ιστορική έρευνα όχι ως κάτι ξεχωριστό από τη δημιουργία, αλλά ως τη βάση της. Η μελέτη των πηγών, των ευρημάτων και της παράδοσης, μου δίνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορώ να κινηθώ καλλιτεχνικά με μεγαλύτερη ακρίβεια και σεβασμό.
Πιστεύεις ότι η αρχαία ελληνική μουσική έχει ακόμη πολλά να προσφέρει στο σημερινό παγκόσμιο μουσικό τοπίο; Ναι, ακριβώς… Και αυτό είναι το ουσιαστικό σημείο. Μέσα από την πρακτική, τη μελέτη των πηγών και τη διεπιστημονική προσέγγιση, μπορούμε να φτάσουμε σε πολύ καλά τεκμηριωμένες υποθέσεις για τον ήχο της αρχαίας ελληνικής λύρας, έστω κι αν δεν έχουμε απόλυτη βεβαιότητα.
Πώς βλέπεις το αυξανόμενο διεθνές ενδιαφέρον για τα αρχαία ελληνικά μουσικά όργανα τα τελευταία χρόνια; Είναι πολύ θετικό. Όσο περισσότερη έρευνα και πρακτική γίνεται, τόσο περισσότερο αυτά τα όργανα παύουν να είναι απλώς ιστορικές αναφορές και αποκτούν ξανά θέση στο σύγχρονο μουσικό τοπίο. Το σημαντικό είναι ότι η συζήτηση δεν μένει πια μόνο στη θεωρία, αλλά περνά και στην πράξη.
Τι σημαίνει για σένα να εκπροσωπείς ένα τόσο σημαντικό κομμάτι της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς στο εξωτερικό; Είναι η συνέχεια μιας έρευνας που έχει ήδη προηγηθεί για δεκαετίες από πολλούς επιστήμονες και μουσικολόγους. Η δική μου συμβολή εντάσσεται σε αυτή τη συλλογική προσπάθεια, με στόχο να προσεγγίζουμε το υλικό όσο γίνεται πιο τεκμηριωμένα και να το προβάλλουμε με καλλιτεχνική αισθητική σε ένα διεθνές περιβάλλον.
Υπάρχει κάποια στιγμή από τις διεθνείς σου εμφανίσεις που σ’ έχει συγκινήσει ιδιαίτερα; Δεν ξεχωρίζω μία μόνο στιγμή. Εκείνο που μου μένει είναι η ανταπόκριση του κοινού όταν βλέπω ότι προσεγγίζει το όργανο με σεβασμό και περιέργεια, όχι ως κάτι εξωτικό αλλά ως ένα ζωντανό μουσικό αντικείμενο. Αυτό έχει για μένα μεγαλύτερη σημασία.
Πόσο σ’ έχει διαμορφώσει η Θεσσαλονίκη ως άνθρωπο και ως μουσικό; Η πόλη μου, η Θεσσαλονίκη με έχει διαμορφώσει βαθιά… Γιατί είναι μια πόλη-λιμάνι, ανοιχτή και πολυπολιτισμική, με έναν ρυθμό πιο χαλαρό αλλά και μια ιδιαίτερη εσωτερικότητα. Αυτή η συνύπαρξη διαφορετικών επιρροών δημιουργεί ένα περιβάλλον που σε καλλιεργεί και ως άνθρωπο και ως μουσικό.
Πιστεύεις ότι η Ελλάδα αξιοποιεί επαρκώς τον μουσικό της πολιτισμό ως εργαλείο πολιτιστικής διπλωματίας; Η Ελλάδα έχει έναν εξαιρετικά πλούσιο μουσικό πολιτισμό, αλλά θεωρώ ότι δεν τον αξιοποιεί ακόμη στο βαθμό που θα μπορούσε ως εργαλείο πολιτιστικής διπλωματίας. Υπάρχει μεγάλη δυναμική, όμως χρειάζεται πιο συστηματική στρατηγική, συνέπεια και διεθνής προβολή, ώστε αυτό το κεφάλαιο να αποκτήσει τη θέση που του αξίζει.
Μετά από την τελευταία διεθνή επιτυχία σου, ποια είναι τα επόμενα καλλιτεχνικά σου σχέδια; Μετά από αυτή την εμπειρία, θέλω να συνεχίσω να εστιάζω στο Echo (ΗΧΩ) Ensemble, μαζί με τον Callum Armstrong, που για εμάς είναι ένας ζωντανός χώρος έρευνας και δημιουργίας γύρω από την αρχαία ελληνική μουσική. Ήδη έχουμε αρκετά projects και συναυλίες σε εξέλιξη, ενώ η έρευνα δεν σταματά ποτέ… Στόχος μας είναι να συνεχίσουμε να συνδέουμε τον αυλό, τη φωνή και τη λύρα στο φυσικό τους περιβάλλον, αλλά με τρόπο που να μπορεί να παρουσιαστεί και στη σύγχρονη σκηνή.
Υπάρχει κάποιο όνειρο που δεν έχεις ακόμη πραγματοποιήσει; Πολλά όνειρα και αυτό είναι ίσως το πιο όμορφο στη διαδρομή. Θα ήθελα να συνεχίσω να εξερευνώ νέους τρόπους έκφρασης μέσα από τη μουσική, να αναπτύξω ακόμη περισσότερο το έργο μας με το Echo (ΗΧΩ) Ensemble και, φυσικά, να δω αυτή την προσπάθεια να ταξιδεύει σε όσο το δυνατόν περισσότερα ακροατήρια.
Αν έστελνες ένα μήνυμα σε νέους νέους μουσικούς που αναζητούν τη δική τους ξεχωριστή διαδρομή, ποιο θα ήταν αυτό; Να έχουν υπομονή, περιέργεια και πίστη στη δική τους διαδρομή. Η προσωπική ταυτότητα στη μουσική χτίζεται βήμα-βήμα, με σεβασμό στον εαυτό σου, δουλειά, αλήθεια και επιμονή.
Και εάν μπορούσες να μεταφέρεις έναν μόνο ήχο της αρχαίας ελληνικής λύρας στον σημερινό κόσμο, ποιο συναίσθημα θα ήθελες να ξυπνά στους ανθρώπους; Θα διάλεγα να κουρδιστεί σε έναν βαθιά ηθικό μουσικό τρόπο, και με εκείνη τη μαγική δύναμη που μόνο η μουσική διαθέτει, να μας θυμίζει τον σεβασμό προς τη ζωή, προς κάθε μορφή ζωής, και να μας κάνει, στο τέλος, να αξίζουμε πραγματικά να λεγόμαστε άνθρωποι.
Φωτογραφίες επιλογές από το Instagram της λυρίστριας @rosa.fragorapti
Tags: Κρίστοφερ Νόλαν, Λούντβιχ Γιόρανσον, λύρα, λυρίστρια, Οδύσσεια, Ρόζα Φραγκοράπτη
Οι «Μουσικοί Συνοδοιπόροι» τραγουδούν «Ενός λεπτού σιγή…». Μια λυρική –…
Διεθνές Φεστιβάλ Λευκωσίας 2025, με νέα ταυτότητα, νέο λογότυπο και…
Η ομάδα του Διεθνούς Φεστιβάλ Λευκωσίας παρουσίασε στο Δημοτικό Θέατρο…