Ελαιόλαδο, o  “χρυσός” της διατροφής

Ο Όμηρος αποκαλούσε το ελαιόλαδο “χρυσό υγρό” και ο Ιπποκράτης “μεγάλο θεραπευτή”. Παρόλες τις τεχνολογικές εξελίξεις που έχει υποστεί, το ελαιόλαδο εξακολουθεί να είναι θαυματουργό. Και για να μάθουμε περισσότερα μιλήσαμε για όλα του τα πλεονεκτήματα με την κλινική διαιτολόγο Δρ. Ελένη Π. Ανδρέου.

Ελαιόλαδο, o  “χρυσός” της διατροφής

Ελαιόλαδο στις μέρες μας χαρακτηρίζεται το έλαιο που λαμβάνεται από τους καρπούς της ελιάς της Ευρωπαϊκής (Olea Europea ) με μέσα αποκλειστικά μηχανικά και μεθόδους ή επεξεργασίες οπωσδήποτε φυσικές, σε θερμοκρασίες που να μην προκαλούν αλλοίωση του ελαίου. Όπως όλα τα έλαια έτσι και το ελαιόλαδο περιέχει λιπαρά οξέα, τα οποία διακρίνονται σε τρία είδη: κεκορεσμένα, μονοακόρεστα και πολυακόρεστα. Τα ζωικά λίπη περιέχουν κυρίως κεκορεσμένα λιπαρά οξέα, τα σπορέλαια πολυακόρεστα,  ενώ το ελαιόλαδο διαφοροποιείται γιατί περιέχει κυρίως μονοακόρεστα λιπαρά οξέα σε ποσοστό μέχρι και 83%. Το ελαïκό οξύ, βασικό συστατικό του ελαιολάδου, αποτελεί ένα τέτοιο μονοακόρεστο λιπαρό οξύ.

 

Ως βασική πηγή μονοακόρεστων λιπαρών οξέων, το ελαιόλαδο βοηθά:

  • Στη μείωση της “κακής” χοληστερίνης (LDL) στο αίμα.
  • Στην διατήρηση της περιεκτικότητας του αίματος σε “καλή” χοληστερίνη (HDL).
  • Στην πρόληψη φραγής των αρτηριών και κατά συνέπεια στην πρόληψη καρδιαγγειακών παθήσεων.
  • Στην θεραπεία του έλκους στομάχου και δωδεκαδάχτυλου, αφού διευκολύνει την πέψη.
  • Στη σωστή διατροφή των διαβητικών και κατά συνέπεια στην ισορροπία των τιμών του σακχάρου.
  • Στην πρόληψη του καρκίνου.

Επίσης… για την υγεία

  • Περιέχει αντιοξειδωτικές ουσίες (η βιταμίνη Ε (α-τοκοφερόλη), τα καροτενοειδή, οι φαινόλες).
  • Το σκουαλένιο, κύριο συστατικό του ελαιολάδου, μειώνει την πιθανότητα εμφάνισης μελανώματος στο δέρμα.
  • Κατά τη διαδικασία της γήρανσης και σε καταστάσεις όπως η απώλεια μνήμης και η νόσος του Alzheimer αυξάνονται οι απαιτήσεις του οργανισμού σε μονοακόρεστα λιπαρά οξέα.

Οι αντιοξειδωτικές ουσίες του ελαιόλαδου 

  1. Η βιταμίνη Ε (α-τοκοφερόλη),
  2. Τα καροτενοειδή (π.χ β-καροτένιο) που βρίσκονται σε μεγαλύτερη αναλογία στις πράσινες ελιές,
  3. Οι φαινόλες που εξαρτώνται από τις κλιματολογικές συνθήκες, την παραγωγή, την αποθήκευση και την ωριμότητα των ελιών και χωρίζονται σε απλές (π.χ υδροξυτυροσόλη), οι οποίες παρεμποδίζουν την συσσώρευση αιμοπεταλίων, με αποτέλεσμα να έχουν αντι-φλεγμονώδη δράση, σε σύνθετες φαινόλες (π.χ ολευροπείνη) που βοηθούν στο σχηματισμό νιτρικού οξέος που είναι ισχυρό αγγειοδιασταλτικό με αποτέλεσμα να έχει αντιβακτηριδιακή δράση, το φερουλικό και καφεϊκό οξύ.

Οι αντιοξειδωτικές ουσίες έχουν αντικαρκινική δράση, μέσω της παρεμπόδισης του σχηματισμού των ελευθέρων ριζών και ως εκ τούτου του οξειδωτικού στρες. Η δράση αυτή είναι πιο σημαντική στις περιπτώσεις καρκίνου του παχέος εντέρου και του ορθού, του μαστού, του προστάτη, του ενδομητρίου καθώς και οποιουδήποτε είδους καρκίνου του γαστρεντερικού σωλήνα. Το είδος του λίπους που καταναλώνεται έχει μεγαλύτερη σημασία απ’ ότι η ποσότητα στη συχνότητα εμφάνισης καρκίνου.

Εργαστηριακοί έλεγχοι σε καρκινικά κύτταρα έδειξαν ότι αυτές οι φυτοχημικές πολυφαινόλες περιορίζουν αποτελεσματικά την ενεργοποίηση του γονιδίου HER2, το οποίο εμπλέκεται άμεσα στην ανάπτυξη των καρκινικών κυττάρων σε περιπτώσεις όγκων του μαστού, με άλλα λόγια μπορούν να προκαλέσουν το θάνατο των καρκινικών αυτών κυττάρων. Οι επιστήμονες υποστήριξαν επίσης ότι αυτές οι πολυφαινόλες, του έξτρα-παρθένου ελαιόλαδου, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως ασφαλής βάση για το σχεδιασμό νέων αντικαρκινικών φαρμάκων.

Το σκουαλένιο, κύριο συστατικό του ελαιολάδου, έχει αποδειχθεί ότι μειώνει την πιθανότητα εμφάνισης μελανώματος στο δέρμα.

Το ελαιόλαδο είναι χολαγωγό/ χολοκυστοκινητικό δηλαδή έχει αυξημένη ικανότητα απομάκρυνσης της χολής από τη χοληδόχο κύστη, με αποτέλεσμα την πρόληψη της χολολιθίασης. Έχει, επίσης, πολύ θετική επίδραση στην πέψη των τροφών και στην απορρόφηση θρεπτικών συστατικών (π.χ. ασβεστίου, σιδήρου, μαγνησίου) από αυτές.

Κατά τη διαδικασία της γήρανσης και σε καταστάσεις όπως η απώλεια μνήμης και η νόσος του Alzheimer, αυξάνονται οι απαιτήσεις του οργανισμού σε μονοακόρεστα λιπαρά οξέα, γιατί βοηθούν στο να διατηρείται η δομή του κυτταρικού τοιχώματος του εγκεφάλου.

Το ελαιόλαδο έχει επίσης ελαφριά υπακτική δράση, με αποτέλεσμα να βοηθά στην αντιμετώπιση της δυσκοιλιότητας.

Νέα δεδομένα για το ελαιόλαδο

Οι περισσότερες επιστημονικές μελέτες που έχουν γίνει για την δράση του ελαιολάδου στην υγεία, έχουν αποδείξει την πολύ θετική του επίδραση στα λιπίδια του αίματος και γενικότερα στο καρδιοαγγειακό σύστημα. Το ελαιόλαδο φαίνεται πως βοηθά στην πρόληψη σχηματισμού θρόμβων και συσσώρευση αιμοπεταλίων, με αποτέλεσμα τη μικρότερη συχνότητα εμφάνισης καρδιοαγγειακών νοσημάτων. Μειώνει την ολική χοληστερόλη στο αίμα και την «κακή» χοληστερόλη (LDL), τα τριγλυκερίδια και την αθηρογενή δράση δηλ. την σκλήρυνση και στένωση των αρτηριών. Το ελαιόλαδο, αυξάνει επίσης την «καλή»  χοληστερόλη (HDL), η οποία έχει προστατευτική δράση. Συνολικά, το ελαιόλαδο επιδρά τόσο στην  πρωτογενή όσο και στη δευτερογενή πρόληψη (π.χ. πρόληψη της εμφάνισης 2ου καρδιακού επεισοδίου στον ίδιο ασθενή).  Λόγω της περιεκτικότητας του σε πολυφαινόλες μπορεί να επιφέρει και μείωση της υψηλής αρτηριακής πίεσης (υπέρταση). Πλούσιες σε μονοακόρεστα  λιπαρά δίαιτες, οδήγησαν σε σημαντική μείωση των τριγλυκεριδίων στο αίμα κατά την νηστεία, καθώς και των συγκεντρώσεων χοληστερόλης πολύ χαμηλής πυκνότητας (VLDL).  Παράλληλα, οι πλούσιες σε μονοακόρεστα δίαιτες είχαν ως αποτέλεσμα πιο ευνοϊκή ρύθμιση της γλυκαιμίας. 

Ελαιόλαδο & Θερμιδική αξία

  • 9 kcal ανά γραμμάριο.
  • 1 κουταλιά σούπας των 15 ml, δίνει 135 kcal.
  • Η συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη μονοακόρεστων λιπαρών οξέων πρέπει να αποτελεί ποσοστό 15-20% της ολικής ημερήσιας πρόσληψης ενέργειας.
  • 2 κουταλιές ελαιόλαδο την ημέρα θωρακίζουν την υγεία μας.

Το ελαιόλαδο αποτελεί το βασικό προστιθέμενο λιπίδιο στη μεσογειακή διατροφή, δίνοντας 9 χιλιοθερμίδες ανά γραμμάριο (1 κουταλιά σούπας των 15 ml, δίνει 135 kcal). Η συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη μονοακόρεστων λιπαρών οξέων πρέπει να αποτελεί ποσοστό 15-20% της ολικής ημερήσιας πρόσληψης ενέργειας. Αυτό βέβαια πρέπει να αποτελεί μέρος της ολικής ημερήσιας πρόσληψης λίπους και να μη ξεπερνά το 30-40% των συνολικών ημερησίων θερμίδων.

Η Δρ Ελένη Π Ανδρέου, RDΝ,LD είναι Κλινική Διαιτολόγος

eandreou@eleniandreou.diet